Η ΖΩΗ ΜΥΡΙΖΕΙ. Η σημερινή μέρα είναι υπέροχη! Κολυμπάω μέσα σε όλη αυτή την ομορφιά. Ο αέρας μυρίζει τόσο υπέροχα. Κατέβηκα από τον δεύτερο όροφό μου (με τα τοπικά δεδομένα, από τον πρώτο), βγήκα από την είσοδο της πολυκατοικίας στον δρόμο, ανάσανα και ένιωσα: ΖΩΗ! Και ένιωσα τόσο βαθιά ότι ζω αυτή τη στιγμή, σε αυτήν ακριβώς, ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ! Η ζωή υπάρχει, προχωράει, μπορώ να την αγγίξω. Και έχω το θάρρος να το κάνω. Το πρωί πήγα στο IEC για το Ίντερνετ, έστειλα γράμματα – σήματα – κύματα σε διάφορους ανθρώπους που είναι κοντά μου. Βγήκα από εκεί στον δρόμο: η μέρα μύριζε το ίδιο. Χωρίς βιασύνη και αναπνέοντας με όλη μου τη δύναμη, χωρίς βιασύνη, πήγα πίσω στο σπίτι. Έκανα τις δουλειές του σπιτιού και πήγα για ηλιοθεραπεία. Πήρα τηλέφωνο τον Στας, του πρότεινα να μου κάνει παρέα, αλλά δούλευε. Δεν πειράζει: ήταν ωραία και μόνος, γιατί τέτοια μέρα! Στις πέντε παρά, έφτασα στην παραλία. Είχα μαζί μου κάτι να φάω και νερό. Στάθηκα κάτω από ένα κρύο κύμα που με έβρεξε από την κορυφή ως τα νύχια, και πίσω στην ακτή – για να βάψω το σώμα μου με τις ακτίνες του ήλιου. Ξάπλωσα, έκανα ηλιοθεραπεία, έμεινα για καμιά μιάμιση ώρα και κινήθηκα αργά «προς το σπίτι». Στον δρόμο χάζευα στα μαγαζιά. Μετά πήρα τηλέφωνο την Όλια, μια φίλη στο Κέιμπριτζ, όπου μένουν προσωρινά με τον άντρα της και την κόρη της. Χάρηκα πολύ που άκουσα την οικεία φωνή. Δυστυχώς, βέβαια, ήταν λίγο κρυωμένη. Λέει ότι στην Αγγλία κάνει πολύ κρύο τώρα. Ενώ σε εμάς – όχι! Ούτε λάσπη, ούτε χιόνι. Ούτε βρωμιά, ούτε παγωνιά. Καλοκαίρι. Ξηρασία. Και η μυρωδιά!!! Βράδυ. Επτά και σαράντα. Κάθομαι στο δωμάτιό μου. Άνοιξα το παράθυρο και την πόρτα. Κάπου κάποιος, είναι ολοφάνερο, μαγειρεύει κάτι νόστιμο. Που συμπληρώνει, αναμειγνύεται με τη ΜΥΡΩΔΙΑ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΜΕΡΑΣ. Θα πάω κι εγώ, λέω, να μαγειρέψω κάτι για μένα; ΩΡΑ ΝΑ ΠΕΙΣ. Είναι η κατάλληλη στιγμή! Είδα και όνειρα – δυο-τρία για τη μαμά τους τελευταίους τέσσερις-πέντε μήνες. Και για τον πατέρα καμιά δυο φορές. Η ψυχολόγος μου, στην οποία πήγαινα επίσης περιοδικά για ατομικές συνεδρίες, όπως και στον ψυχοθεραπευτή (την ομάδα ψυχοθεραπείας την έκαναν μαζί: ο ψυχοθεραπευτής και η ψυχολόγος. Δύο ειδικοί του ίδιου προφίλ, με, σε μεγάλο βαθμό, διαφορετική ανώτατη εκπαίδευση), όταν μιλούσαμε για τη σχέση μου με τη γιαγιά, μου έλεγε ενδιαφέροντα πράγματα. Απλά, αλλά για διάφορους λόγους δεν τα είχα καταλάβει νωρίτερα. Υπάρχουν λίγα πράγματα στον κόσμο που δεν καταλαβαίνουμε; Περισσότερα από αρκετά! Κι όμως, οι γονείς και οι παππούδες – είναι άνθρωποι στους οποίους συχνά ξεχνάμε ή δεν σκεφτόμαστε να πούμε ότι τους αγαπάμε. Και αξίζει περισσότερο από το να το πούμε. Γιατί κάποια μέρα μπορεί να είναι αργά. Οπότε, μαμά, μπαμπά, γιαγιά: σας αγαπώ. Να είστε όπως είστε. Είμαι ικανοποιημένος με εσάς. Καταλαβαίνω: οι γονείς και, ειδικά, η γιαγιά χρειάζονται κάποιον δίπλα τους. Και θα είμαι. Δεν πάω πουθενά. Τουλάχιστον συναισθηματικά. Σκέφτομαι συνέχεια εσάς! Γιατί εσείς, ο καθένας από τους τρεις σας, είστε μοναδικοί για μένα. Δεν υπάρχουν άλλοι, δεν θα υπάρξουν και δεν χρειάζεται. 08 Δεκεμβρίου 2008. Ο ΔΕΚΑΤΟΣ ΤΡΙΤΟΣ ΨΥΧΟΠΑΘΗΣ. Από το τρίτο ή το τέταρτο έτος μέχρι το τέλος του πανεπιστημίου, στην ομάδα, σύμφωνα με τη λίστα, το επώνυμό μου ήταν στο νούμερο δεκατρία. Και επινόησα για τον εαυτό μου το παρατσούκλι: «13-i psih». Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ. Είχα τρεις τέτοιες μέρες στη σειρά, όπως περιέγραψα στην τελευταία ανάρτηση. Φαίνεται ότι αν είχες έστω και μία τέτοια μέρα στη ζωή σου, τότε έχεις ζήσει! Κι εγώ είχα τρεις! Και τώρα ξέρω πώς είναι. Και πάλι θα προσπαθήσω για αυτό. Άντεξα καλά και ξεπέρασα τη βάρδια την Τετάρτη. Ακόμα και παρόλο που ήταν δύσκολη. Έχασα το μυαλό μου, δούλευα πάλι σαν τρελός και χόρευα μέχρι τελικής πτώσης. Το μυαλό μου έχει πάρει αέρα στην Αφρική! Την Τρίτη κάναμε χαζομάρες με την Κριστίνα στην παραλία. Κάναμε κατακόρυφο, γέφυρα, ρόδα, κυλιόμασταν στο ανοιχτό πάρκο στο Sea Point. Την Τετάρτη, επιτέλους, ψώνισα! Γιατί δεν πήγαινε άλλο: οι σαγιονάρες και τα παπούτσια είχαν φθαρεί, οι σόλες και στα δύο είχαν τρυπήσει. Θα έπαιρνα καινούργια νωρίτερα, αλλά μου είχαν κλέψει τα λεφτά. Αγόρασα καλά τζιν, μια δερμάτινη ζώνη και ένα όμορφο πουκάμισο. Τα παντελόνια μου, με τα οποία ήρθα, είχαν γίνει εδώ και καιρό κατάλληλα μόνο για τη δουλειά, το να τα φορέσω κάπου στην πόλη, στο σινεμά ή στη βόλτα ήταν απλά ντροπή. Και το πουκάμισο και το μπλουζάκι είχαν ξεθωριάσει από τον ήλιο και είχαν παλιώσει από τα πλυσίματα. Ψώνισα σε ένα καλό, αξιοπρεπές μαγαζί. Και τις αγορές – άσε τις αγορές! Τα κινεζικά ρούχα ξεχωρίζουν για την κακή τους ποιότητα. Τουλάχιστον, βλέπω αμέσως: είναι καλά ή όχι. Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΕ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ. Την Πέμπτη η βάρδια ήταν πιο δύσκολη, και μάλιστα δεύτερη μέρα στη σειρά. Άρχισα να παραδίνομαι. Ένιωθα ότι οι δυνάμεις μου εξαντλούνται, αλλά συσσωρεύεται χολή. Πρέπει να είναι γι' αυτό που χθες ήμουν θυμωμένος και εκνευρισμένος το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Η δουλειά μου αφαίρεσε τη δημιουργικότητα για τις δύο μέρες που δούλευα, και για τη χθεσινή. Επίσης χθες έπρεπε να έχουμε πάρτι από το IEC, αλλά καμία από τις κοπέλες δεν πήγε. Η Λίζκα και η Κάτια δούλευαν, η Ιρίνκα το αγνόησε τελείως, και η Κριστίνα είπε ότι θα αργήσει. Στεναχωρήθηκα που έγιναν έτσι τα πράγματα. Επιπλέον, δεν μας εξήγησαν σωστά πού θα συναντηθούμε. Πήγα στον ξενώνα του IEC, περίμενα στον δρόμο, αλλά φαίνεται ότι ήταν μέσα. Επίσης με μπέρδεψε η Κριστίνα και είπε ότι θα συναντηθούμε όλοι στην πισίνα. Και πήγα εκεί. Δεν υπήρχε κανείς. Φαίνεται ότι έμειναν για πρωινό. Κι εγώ ήθελα! Θύμωσα με τους ανθρώπους του IEC που δεν εξήγησαν κανονικά, με τις κοπέλες που με παράτησαν, με την Κριστίνα που μπέρδεψε το μέρος της συνάντησης και με τον εαυτό μου που είμαι τόσο ανόητος, που ακόμα δεν ξέρω τη γλώσσα, δεν προσπαθώ να τη μάθω καλύτερα, γιατί σίγουρα θα τα είχα καταλάβει όλα καλύτερα και δεν θα έψαχνα για φταίχτες. Εκνευρισμένος, μίλησα ψυχρά στην αθώα Κριστίνα και, χωρίς να περιμένω να βράσει ο θυμός μέσα μου τόσο πολύ που να σπάσω κάτι ή να δείρω κάποιον, πήγα σπίτι. Όλα έβραζαν μέσα μου. Κουράστηκα με αυτή τη δουλειά, σηκώθηκα με το ξυπνητήρι για το άτυχο πάρτι, δεν κοιμήθηκα πάλι καθόλου, πεινασμένος και θυμωμένος γύρισα σπίτι. Ξέσπασα, έφαγα και κοιμήθηκα για μια ώρα. Μετά πήγα στο IEC για το Ίντερνετ και σκεφτόμουν: «Τώρα θα τους τα πω όλα!». Αλλά εκεί δεν ήταν αυτοί που έπρεπε, κάθισα σιωπηλά μιάμιση ώρα στο Net. Δεν βιαζόμουν, περίμενα: μήπως έρθουν; Δεν ήρθαν. Ετοιμάστηκα, πήγα σπίτι. Εκεί διάβασα τον ταξιδιωτικό οδηγό για τη Νότια Αφρική. Αποφάσισα τελικά να επιστρέψω σε αυτόν και να τον διαβάσω κανονικά μέχρι το τέλος. Είναι ενδιαφέρον και διδακτικό! Και μετά τις έξι, διαβάζοντας, αποκοιμήθηκα. Ξύπνησα μόνο σήμερα, στις εννέα. 23:37, 13 Δεκεμβρίου 2008





