Μας πήγαν στο Cody με ένα μικρό λεωφορείο μια συμπαθέστατη κυρία και ένας κύριος, και μάλιστα οδηγούσε εκείνη, όχι εκείνος. (Στην Αμερική όλα είναι ανάποδα). Όταν έμαθαν ότι πηγαίναμε στο Cody χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα για το πού θα μέναμε, πού θα δουλεύαμε και χωρίς να έχουμε εκεί κανέναν συγγενή ή γνωστό, έμειναν, για να το θέσω κομψά, σοκαρισμένοι (και τους καταλαβαίνω απόλυτα). Φάνηκαν μάλιστα να έχουν μπερδευτεί και οι ίδιοι και δεν ήξεραν πώς να μας βοηθήσουν. Καθώς περνούσαμε μέσα από γκρίζες και έρημες κωμοπόλεις, προσευχόμουν να μην είναι αυτό το Cody... Στη συνέχεια, επιτέλους, είδαμε την πολυπόθητη επιγραφή «Welcome to Cody» και μπροστά μας ξεπρόβαλε μια πολύ χαριτωμένη κωμόπολη με σωρούς από μαγαζιά με σουβενίρ, ξενοδοχεία, εστιατόρια... και όλα ανέδιδαν μια αύρα Άγριας Δύσης... Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά... μεταξύ εμού και του Cody) Και τότε δεν με ένοιαζε πια ούτε ότι δεν είχαμε πού να μείνουμε, ούτε ότι ήθελα επιτέλους να πλυθώ και να φάω... όλα αυτά δεν είχαν πια σημασία! Όμως οι οδηγοί του λεωφορείου έπρεπε κάπου να μας αφήσουν και δεν μπορούσαν απλώς να μας πετάξουν στη μέση του δρόμου. Η οδηγός τηλεφώνησε σε μια γνωστή της και ρώτησε σε ποια ξενοδοχεία υπήρχαν ελεύθερα και φθηνά δωμάτια... Αλλά επειδή φτάσαμε εκεί ακριβώς την παραμονή της Ημέρας της Ανεξαρτησίας, σχεδόν όλα τα ξενοδοχεία ήταν γεμάτα και μας πρότειναν να πάμε στο ξενοδοχείο «Six Gun», όπου για μία διανυκτέρευση για τους δυο μας θα μας ζητούσαν 95 δολάρια! «95 δολάρια; Κάνετε πλάκα?! Ακόμα και στο κέντρο της Νέας Υόρκης δώσαμε μόνο 60 δολάρια... και εδώ είναι ένα κάποιο Cody!» Αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση, έπρεπε να συμφωνήσουμε και μας πήγαν σε αυτό το ξενοδοχείο, το οποίο επιπλέον βρισκόταν σχεδόν έξω από την πόλη. Μπαίνοντας μέσα στο ξενοδοχείο, έπαθα το ίδιο σοκ που έπαθε ο Jim Carrey στην ταινία «Ace Ventura: Όταν καλεί η φύση», όταν ο ήρωάς του είδε σωρούς από ταριχευμένα ζώα στους τοίχους του γραφείου) Θεέ μου, σε αυτό το ξενοδοχείο υπήρχαν, όπως φάνηκε, ακόμα περισσότερα τέτοια φτωχά, σκοτωμένα ζωάκια... κτήνη((( Μας έδωσαν τα κλειδιά του δωματίου μας και εμείς, κουρασμένοι, πεινασμένοι, άπλυτοι για 3 μέρες και χωρίς να έχουμε κοιμηθεί καλά, πήγαμε να επιθεωρήσουμε τα διαμερίσματά μας.





