Ναι, λοιπόν, φεύγαμε από το Portland προς τα νότια, ή πιο συγκεκριμένα για το Virginia Beach (γιατί εκεί... δεν ξέρω, έτσι έτυχε). Φτάσαμε εκεί, βγήκαμε από το λεωφορείο. «Λοιπόν, τι θα κάνουμε;» Είχαμε πάλι το θράσος (έπρεπε κάπου να αφήσουμε τα πράγματά μας μέχρι το βράδυ), χτυπήσαμε μια πόρτα, άνοιξε μια ηλικιωμένη κυρία, τη ρωτήσαμε για διαμονή (δεν μπόρεσε να μας βοηθήσει) και της ζητήσαμε να αφήσουμε τα σακίδιά μας μέχρι το βράδυ. Φυσικά συμφώνησε. Όλη μέρα, από το πρωί μέχρι το σκοτάδι, ψάχναμε για διαμονή. Δεν βρήκαμε τίποτα ουσιαστικό. Πήγαμε να πάρουμε τα πράγματά μας. Και να που βρισκόμαστε έξω από ένα 7-Eleven, έχει ήδη νυχτώσει. «Και τι κάνουμε τώρα;» Ένα αυτοκίνητο πλησιάζει, βγαίνει ο σύζυγος της κυρίας, προσπαθεί να μας βοηθήσει, τηλεφωνεί στην κόρη του, εκείνη έρχεται και προσπαθεί κι αυτή να μας βοηθήσει, σταματάει κι ένας άλλος άντρας και προσπαθεί κι αυτός να μας βοηθήσει, μετά έρχεται ένας Ρώσος παλικάρι με μοτοσικλέτα, και μετά ένας άλλος Ρώσος, αλλά με αυτοκίνητο, και μας πήρε μαζί του. Έτσι μείναμε σε αυτόν!
Δεύτερη μέρα στη Virginia. Αποφασίσαμε ότι έπρεπε να βγάλουμε Social Security, και όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο. Φτάσαμε στην παραλία, μέναμε (τότε είχαμε καταλύσει εκεί) περίπου 6 χλμ μακριά. Βρήκαμε έναν χάρτη, βρήκαμε το μέρος, αλλά δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε πώς να πάμε. Σκεφτήκαμε και ξανασκεφτήκαμε και αποφασίσαμε να ζητήσουμε μια χάρη από έναν «φιλικό Αμερικανό», δεν ήταν δύσκολο να βρούμε. Συμφώνησε χωρίς πρόβλημα να μας πάει, και μάλιστα προσφέρθηκε να μας περιμένει, αλλά δεν θέλαμε να γίνουμε φορτικοί. Λοιπόν, κάναμε ό,τι χρειαζόταν, μπήκαμε σε ένα σούπερ μάρκετ, αγοράσαμε χυμό πορτοκάλι και αποφασίσαμε, επειδή δεν ξέραμε πώς να γυρίσουμε, να ξαναζητήσουμε μια χάρη. Καθίσαμε στο γρασίδι δίπλα στον δρόμο και περιμέναμε, σίγουρα περιμέναμε 15 λεπτά. Σταματάει ένα δίπορτο Toyota, βγαίνει ένα Ρωσάκι και λέει: «Γρήγορα, μπείτε μέσα!» Όπως αποδείχθηκε, καθόμασταν δίπλα σε αυτοκινητόδρομο (highway) και κανείς δεν θα μας έπαιρνε, δηλαδή σταθήκαμε πάλι τυχεροί.


