Μετά το μεξικάνικο πάρτι, αποφασίσαμε να κάνουμε τα δικά μας στο σπίτι όπου μέναμε χωρίς ιδιοκτήτες. Καλέσαμε πολύ κόσμο, αγοράσαμε ποτά (εκείνη την εποχή ήμουν ήδη 21, οπότε μπορούσα ελεύθερα να αγοράσω αλκοόλ). Πίναμε πολύ τότε και αρχίσαμε να ξεφεύγουμε – αρχίσαμε να οδηγούμε μεθυσμένοι με ένα μη εγγεγραμμένο αυτοκίνητο στους γύρω δρόμους. Σε κάποια φάση φρέναρα κάπου στο τέλος ενός γειτονικού δρόμου και ο αδερφός μου χτύπησε από την οροφή, τύπου, ΕΙ, ΦΙΛΕ ΟΧΙ ΤΟΣΟ ΓΡΗΓΟΡΑ, ΓΙΑΤΙ ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΝΑ ΠΕΣΩ! Ήταν απίστευτο. Δεν είχα καν υποψιαστεί ότι μπορεί να ήταν στην οροφή.
Εκείνη τη στιγμή είχαν μαζευτεί αρκετοί άνθρωποι στο σπίτι (κάπου 30 Μεξικανοί, που δεν ξέρω από πού ξεφύτρωσαν, με χόρτο και κοκαΐνη κ.λπ.). Όταν ο αδερφός μου κάθισε για άλλη μια φορά πίσω από το τιμόνι για να κάψει λάστιχο έξω από το σπίτι, ταυτόχρονα από διαφορετικές άκρες της αυλής άναψαν οι φάροι της αστυνομίας. Ήταν τρομακτικό, καθώς ο αδερφός μου ήταν ανήλικος, δηλαδή δεν επιτρεπόταν καθόλου να πίνει και πόσο μάλλον να οδηγεί αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες. Πήρα το διαβατήριό μου, δεν ξέρω καν γιατί, και πήγα να σώσω τον αδερφό μου, ενώ 30 μεθυσμένα άτομα παρακολουθούσαν από το μπαλκόνι τι συνέβαινε. Οι μπάτσοι ήταν καλοί. Στην Αμερική γενικά υπάρχουν πολλοί τέτοιοι μπάτσοι. Και τι νόημα έχει να σε πιέζουν; Δεν παίρνουν μίζες, οπότε φέρονται στους ανθρώπους ανθρώπινα, μπορούν πραγματικά να μπουν στη θέση σου. Έτσι κατάλαβαν κι εμάς: φοιτητές, πάρτι και όλα αυτά. Ρωτάνε τον αδερφό μου: «Ήπιες;». Κι αυτός απαντά: “just one beer”, παρόλο που έμοιαζε σαν να είχε πιει μισό λίτρο βότκα. Λοιπόν, οι μπάτσοι, τύπου, λένε, εντάξει παιδιά, μην ξαναπιείτε, βγείτε από το αυτοκίνητο και πηγαίνετε για ύπνο. Κι εμείς δεχτήκαμε αυτή την επιλογή, χωρίς να καταλαβαίνουμε τότε πόσο τυχεροί ήμασταν που για κάτι τέτοιο θα μπορούσαμε να είχαμε πάει φυλακή, δεδομένου ότι στο σπίτι οι άνθρωποι κάπνιζαν χόρτο και έκαναν κοκαΐνη.
Γενικά, όλο το καλοκαίρι συναντούσαμε πολλούς μπάτσους – καλούς, κακούς, διάφορους. Για κάποιο λόγο ήμασταν πολύ τυχεροί φέτος με τους μπάτσους. Ή άτυχοι, δεν ξέρω. Αλλά έπρεπε να επικοινωνούμε μαζί τους σχεδόν κάθε μέρα για διάφορους λόγους.





