Τα όνειρα γεννιούνται από την παιδική ηλικία. Δεν ξέρω καν με τι συνδέεται αυτό, αλλά ένα από τα μεγαλύτερα όνειρά μου ήταν να επισκεφθώ την Αμερική. Όταν με ρωτούν να μιλήσω για την αμερικανική εμπειρία μου, δεν κουράζομαι να διηγούμαι την μακροσκελή, αλλά ταυτόχρονα διδακτική για μένα ιστορία μου. Όντας μαθήτρια της 6ης τάξης, είδα στην πόλη μια αφίσα του IEC. Την έσκισα από τον δρόμο, την πήγα σπίτι και κόλλησα πάνω στα πρόσωπα των φωτογραφιών τους πρώην συμμετέχοντες που είχαν ταξιδέψει με το πρόγραμμα. Κοιτάζοντας αυτή την αφίσα, πάντα οραματιζόμουν. Το όνειρο να επισκεφθώ την Αμερική μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Μετά από μερικά χρόνια, η ξαδέρφη μου πήγε με αυτό το πρόγραμμα. Κι εγώ περίμενα και δεν μπορούσα να περιμένω να γίνω φοιτήτρια. Έβλεπα μόνο έναν δρόμο, αυτόν του Work and Travel. Άλλες επιλογές δεν εξέτασα καν.
Σεπτέμβριος 2011... Ήρθε εκείνη η ευτυχισμένη στιγμή. Πέρασα με υποτροφία στο Ευρασιατικό Εθνικό Πανεπιστήμιο. Στις 2 Σεπτεμβρίου, φτάνοντας στο πανεπιστήμιο, την προσοχή μου τράβηξε το γραφείο που βρισκόταν απέναντι από τη στάση. Είχα μαζί μου στην τσάντα εκείνη την αφίσα, και ανοίγοντάς την χάρηκα πολύ που ήταν το ίδιο ακριβώς γραφείο. Το γραφείο που κάνει τα όνειρα πραγματικότητα. Την ίδια μέρα μετά το μάθημα, πήγα να τους βρω, θυμάμαι καθόταν ένας πράσινομάτης τύπος. Ήμουν έτοιμη να εγγραφώ, εκείνο τον μήνα είχα μόλις κλείσει τα 17. Σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος, τον Ιούνιο πρέπει να είσαι ενήλικας. Δεν ήθελα να το πιστέψω, ζήτησα να το διευκρινίσουν, αλλά αυτό δεν άλλαξε τίποτα. Με αποχαιρέτησε και πρόσθεσε ότι θα με περιμένει τον επόμενο χρόνο.
Οκτώβριος 2012... Είχα έναν φίλο (όχι αγόρι), που ήθελε επίσης να πάει με αυτό το πρόγραμμα. Ενωθήκαμε και κάναμε αίτηση. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βρούμε ένα «Job offer» (εργασία), που εκείνη τη στιγμή φαινόταν πολύ εύκολο. Ο φίλος δεν έκανε τίποτα, ζητούσε να κάνω δύο συμβόλαια αν έβρισκα δουλειά. Έπρεπε να σκεφτώ για τους δυο μας. Ξεκίνησα μάλλον αρκετά αργά, κάτι που δεν συμβουλεύω τους μελλοντικούς συμμετέχοντες. Την πρώτη δουλειά τη βρήκα στο διαδίκτυο από έναν τύπο, αλλά το job offer του δεν επιβεβαιώθηκε επειδή ο εργοδότης ήταν Καζάκος. Αιτιολόγησαν ότι δεν θα υπήρχε καμία πολιτιστική ανταλλαγή.
Ήταν ήδη Φεβρουάριος – Μάρτιος. Επίσης στο διαδίκτυο βρήκα κορίτσια από την Καραγκάντα. Μου είπαν να καταθέσω όλο το ποσό και ότι μόνο μετά από αυτό θα άρχιζαν να ψάχνουν. Δεν υπήρχε διέξοδος, ο χρόνος πίεζε. Το πρώτο offer που βρήκαν δεν επιβεβαιώθηκε, και μετά το ένα μετά το άλλο δεν επιβεβαιώνονταν. Στις 30 Μαΐου, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι δεν έχει άλλα και κανένα από αυτά δεν εγκρίνεται. Όλους αυτούς τους 3 μήνες με καθησύχαζε με το «Αύριο σίγουρα θα επιβεβαιωθεί». Αυτός ο λεγόμενος «φίλος» αρνήθηκε να συνεχίσει, έγραψε άρνηση και έφυγε για το σπίτι του. Αποφάσισα να μην τα παρατήσω και να πάω μέχρι το τέλος. Ήμουν έτοιμη να πληρώσω έστω και 1000$ για ένα offer, αρκεί να επιβεβαιωθεί σε 1 μέρα. Βρήκα άλλη δουλειά και επιβεβαιώθηκε στις 20 Ιουνίου. Περίμενα την ημερομηνία της συνέντευξής μου. Ήταν βασανιστικό. Όλοι είχαν φύγει, έμεινα μόνη στην Αστάνα, από το πρωί ως το βράδυ περίμενα έστω και μια πληροφορία από την πρεσβεία.
1 Ιουλίου, 2013... Ήμασταν 6 άτομα. Πρώτη πήγα εγώ στον πρέσβη. Και τι νομίζετε; Πήρα απόρριψη. Μετά αποδείχθηκε ότι δεν ήμουν μόνο εγώ, αλλά και οι υπόλοιποι 5. Όλα τα σχέδιά μου για το καλοκαίρι ήταν συνδεδεμένα με την Αμερική και ξαφνικά, μπαμ, και το όνειρό σου καταρρέει μέσα σε μια μέρα...
Καλοκαίρι 2012... Επέστρεψα στην πόλη μου, εκείνη την εποχή οι περισσότεροι γνωστοί μου βρίσκονταν στις Πολιτείες, ακόμα και ένας γνωστός στον οποίο είχα βρει job offer, παραδόξως ήταν μόνος του, οπότε του πρότεινα αυτό που είχα βρει αρχικά. Κοίταζα φωτογραφίες γνωστών κοριτσιών, αφού μου είχαν προτείνει να πάμε μαζί, δεν ήθελα κάπως να αλλάξω γνώμη αφού είχαμε αποφασίσει να πάμε μαζί με τον φίλο μου. Υπάρχουν πολλές λυπητερές και θλιβερές λεπτομέρειες σε αυτή την ιστορία, αλλά δεν θέλω να εστιάσω την προσοχή σας σε όλα αυτά, και ούτε εγώ η ίδια θέλω να τα θυμάμαι. Το κύριο είναι ότι δεν κατηγόρησα κανέναν και το εξέλαβα ως δοκιμασία της μοίρας.
Σκεπτόμενη πολύ στο τέλος του καλοκαιριού, φεύγοντας για την Αστάνα, είπα στους γονείς μου ότι θέλω να δοκιμάσω άλλη μια φορά, δίνοντάς τους να καταλάβουν ότι αυτή είναι η τελευταία μου ευκαιρία. Η φράση: «Οι αδύναμοι θα πουν “Δεν ήταν γραφτό”. Οι δυνατοί θα πουν “Θα δοκιμάσω άλλη μια φορά”. Και οι πιο δυνατοί θα πουν “Θα προσπαθώ μέχρι να γίνει όπως θέλω”» με παρακίνησε. Είχαν δισταγμούς λόγω των χρημάτων που χάθηκαν, αλλά παρ' όλα αυτά έδωσαν το πράσινο φως, χωρίς καν να ρωτήσουν πού πήγαν όλα τα χρήματα από την προηγούμενη φορά για τα job offers, το πρόγραμμα, για τα οποία τους είμαι απείρως ευγνώμων.

