Ημέρα 1η
Πέταξα από το Μπαρναούλ. Η πτήση διήρκεσε τεσσερισήμισι ώρες. Σκεφτόμουν ότι θα κοιτάξω τη γη από το παράθυρο, αλλά είχαν μείνει μόνο θέσεις στον διάδρομο. Εντάξει, σκέφτηκα, θα προλάβω, αφού έχω μπροστά μου 9 ώρες πτήσης μέχρι τη Νέα Υόρκη. Έφτασα στο Ντομοντέντοβο. Μόλις πήρα τις αποσκευές μου, άρχισα να κατευθύνομαι προς την έξοδο. Πετούσαμε μαζί με μια κοπέλα που τη λένε Άνια, από το Μπαρναούλ για την Πενσακόλα. Λοιπόν, κοίταξα το ρολόι και είδα ότι ο μεγάλος δείκτης είχε περάσει το όριο των 23:00, που είναι ακριβώς η ώρα που, όπως μου είπε η μητέρα μου, κλείνει το μετρό. Αποφασίσαμε να διανυκτερεύσουμε στο αεροδρόμιο, αλλά στον δρόμο μας άρχισαν να εμφανίζονται πολύ φιλικοί ταξιτζήδες που «πέθαιναν» να μας βοηθήσουν και έλεγαν: «Εεε, νεαρέ, σε πάω στο κέντρο με 3 χιλιάρικα» – δεν διευκρίνιζαν αν ήταν ρούβλια ή δολάρια. Εντάξει, αφού μπορούμε να μείνουμε σε ξενοδοχείο, πλησιάσαμε στο γραφείο και ρωτήσαμε πόσο κοστίζει. Μας απάντησαν 7-10 χιλιάδες. Γυρίσαμε να φύγουμε και πάλι οι ταξιτζήδες. Ένας μας πλησιάζει και λέει: «Άκου, θα σε πάω σε όποιο θέλεις με 3300, θα σου εξασφαλίσω και δωμάτιο, όλα περιλαμβάνονται στην τιμή, έχει σωρό ξενοδοχεία εδώ». Ρώτησα το όνομα του ξενοδοχείου και μου απάντησε: «Δεν θυμάμαι, έχει πάρα πολλά εδώ». Προχωρήσαμε. Τότε πλησίασε ένας νεαρός και στριφογυρίζοντας τα κλειδιά του είπε μια φράση που με άφησε άφωνο: «Ίσως θα έπρεπε να καταφύγετε σε αντισυμβατικές λύσεις για την ασυνήθιστη κατάστασή σας». Πάγωσα για μια στιγμή, αλλά έπρεπε να βρούμε άλλη διέξοδο. Σκέφτηκα, τι θα γινόταν αν ρωτούσα κάποιον άλλον – όχι ταξιτζήδες φυσικά – τι ώρα κλείνει το μετρό. Πλησιάσαμε μια αεροσυνοδό που κάπνιζε και μας απάντησε ότι κλείνει στη μία. Χωρίς δεύτερη σκέψη τρέξαμε στο ταμείο για εισιτήρια για το τρένο μέχρι τον σταθμό του μετρό, που απέχει 45 λεπτά. Φυσικά, πάλι σωρός ταξιτζήδες που έλεγαν: «Εεε, ποιο μετρό, είναι κλειστό ήδη». Μπήκαμε στο τρένο, ξεκινήσαμε, μετά στο μετρό κάναμε περίπου 40 λεπτά. Βγήκαμε και πήγαμε στο μέρος όπου θα μέναμε για 2 μέρες, στον ξενώνα του Ινστιτούτου Διαχείρισης Γης. Μας έδωσαν τα κλειδιά και πήγαμε. Όταν μπήκα, έπαθα πλάκα. Δεν είναι ξενώνας, το ξενοδοχείο μας «Μπαρναούλ» είναι το ίδιο, με δικό του μπάνιο, ψυγείο, 2 μονά κρεβάτια και μάλιστα ΒΡΑΣΤΗΡΑ!! Ένιωσα σαν αριστοκράτης από το Σιτνίκοβο. Πέσαμε για ύπνο.

