Γύρω στις 11 το πρωί της 29ης Ιουλίου, φτάσαμε επιτέλους στο αεροδρόμιο JFK ζωντανές και αβλαβείς... Για να είμαι ειλικρινής, φανταζόμουν για πολύ καιρό αυτή τη στιγμή, όταν θα έβγαινα από το αεροπλάνο και θα έκανα τα πρώτα μου βήματα στη Νέα Υόρκη, έπαιζα στο μυαλό μου το τραγούδι των Jay-Z και Alicia Keys) Αλλά στην πραγματικότητα όλα δεν ήταν τόσο μαγικά και συναρπαστικά, γιατί το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν: «Θεέ μου, είμαστε στην Αμερική, σε μια εντελώς άλλη ήπειρο, τόσο μακριά από το σπίτι! Τι να κάνουμε;!») Αλλά ο Θεός δεν απαντούσε και όλο και περισσότερος πανικός και αγωνία με κυρίευαν.)
Νομίζω ότι όποιος πηγαίνει με το πρόγραμμα Work and Travel περιμένει κάτι μεγαλειώδες και απίστευτα φοβερό... Θέλω αμέσως να προειδοποιήσω τέτοιους ονειροπόλους σαν εμένα και να τους κατεβάσω από τα σύννεφα στη γη: η Αμερική δεν είναι άλλος πλανήτης και εκεί ζουν οι ίδιοι συνηθισμένοι άνθρωποι όπως εμείς (καλά, ίσως λίγο περίεργοι, κι αυτό μόνο στην αρχή... μετά θα συνηθίσετε και θα γίνετε ίδιοι με αυτούς)) Και ο αέρας εκεί, παρεμπιπτόντως, είναι ο ίδιος, και ο ουρανός δεν είναι καθόλου πιο γαλανός από τον δικό μας... Το γράφω αυτό γιατί κι εγώ η ίδια νόμιζα ότι στις ΗΠΑ ακόμα και η αναπνοή θα είναι κάπως ξεχωριστή.)
Λοιπόν, φτάσαμε στο JFK, πήραμε τις αποσκευές μας και πήγαμε να περάσουμε από έλεγχο. Εκεί ένας ευγενικός κύριος κοίταξε τα έγγραφά μας, μας κόλλησε στο διαβατήριο τη φόρμα I-94 (ένα μικρό χαρτάκι που δεν πρέπει με τίποτα να χάσετε, και όταν θα φεύγετε, πρέπει οπωσδήποτε να το παραδώσετε) και μας ευχήθηκε να περάσουμε ένα καλό καλοκαίρι. Μετά από αυτό, χαρούμενες ξεκινήσαμε να ψάχνουμε εκπροσώπους από το πρακτορείο μας, για να μας πουν πώς να φτάσουμε στον σταθμό λεωφορείων Port Authority. Προς μεγάλη μας απογοήτευση, μάθαμε ότι επειδή φτάσαμε στα τέλη Ιουνίου, οι εκπρόσωποι του πρακτορείου μας δεν περίμεναν πια κανέναν... Και αμέσως έτρεξε προς το μέρος μας ένας Ρώσος μετανάστης, που αποφάσισε να κερδίσει από τις φτωχές, χαμένες φοιτήτριες. Άρχισε να μας προσφέρει διάφορες υπηρεσίες σχεδόν «τζάμπα», αλλά εμείς ευγενικά αρνηθήκαμε και βγήκαμε έξω. Εκεί είδαμε ένα παιδί με το οποίο πετάξαμε μαζί στο αεροπλάνο και μας συμβούλεψε να μπούμε στο Shuttle Bus, το οποίο σχεδόν έφευγε. Αυτό το Shuttle Bus μας πήγε με 18 δολάρια στο Port Authority. Όσο πηγαίναμε στον σταθμό μας, κατάφερνα κάπως να συγκρατώ τα συναισθήματά μου... Το ίδιο το JFK βρίσκεται στην περιοχή Queens, και εκεί, για να είμαι ειλικρινής, δεν υπήρχε τίποτα ιδιαίτερο να δεις. Αλλά μόλις μπήκαμε στο Μανχάταν, ένιωσα σαν να βρέθηκα στη σειρά «Sex and the City». Η ζωή σε αυτή την πόλη δεν κυλάει απλώς, βράζει... παντού πλήθη κόσμου και όλοι βιάζονται κάπου, όλοι είναι απασχολημένοι με τις δουλειές τους... και γύρω τεράστιες διαφημιστικές πινακίδες, διαφημίσεις και πάλι άνθρωποι, ταξί... Λοιπόν, μας έφεραν ακριβώς μπροστά στο κτίριο του Port Authority, πήραμε τις αποσκευές μας και μπήκαμε μέσα. Το Port Authority είναι ένα τεράστιο κτίριο, στο οποίο σε κάθε όροφο υπάρχουν πολλά καφέ, μαγαζιά, γραφεία πληροφοριών κ.λπ. Με χίλια ζόρια βρήκαμε το μέρος όπου πουλούσαν εισιτήρια για την Greyhound (πολύ γνωστή εταιρεία που παρέχει μεταφορές με λεωφορεία εντός της Αμερικής). Και εκεί έπρεπε να αποφασίσουμε ακριβώς πού θα πάμε. Το εισιτήριο για το Κόντι, την πόλη στην οποία ήθελα τρομερά να πάω, κόστιζε ολόκληρα 265 δολάρια (για τον καθένα φυσικά), και η διαδρομή μέχρι εκεί διαρκούσε 3 ολόκληρες μέρες... όλα αυτά δεν χαροποίησαν ιδιαίτερα την Ασέλ και άρχισε να με πείθει να πάμε σε κάποια άλλη, πιο κοντινή πολιτεία... Αλλά δεν σκόπευα να υποχωρήσω από τον στόχο μου και τελικά είχαμε 2 εισιτήρια για το Κόντι με πάααρα πολλές ανταποκρίσεις) Δυστυχώς, το εισιτήριο ήταν για την επόμενη μέρα και έπρεπε κάπου να διανυκτερεύσουμε, καθώς ήμασταν πολύ κουρασμένες από το μακρύ ταξίδι. Παραδώσαμε τις αποσκευές μας εκεί στο Port Authority, πληρώνοντας περίπου 8 δολάρια η καθεμία. Βγαίνοντας έξω, νιώσαμε στο πετσί μας το λεγόμενο «πολιτισμικό σοκ». Μάλλον εκείνη ακριβώς τη στιγμή αντιπάθησα αυτή τη Νέα Υόρκη... πώς ζουν οι άνθρωποι εκεί γενικά;! Η πόλη, στην πραγματικότητα, είναι τρομερά βρώμικη... Μάλλον θα είμαι το μόνο άτομο στο οποίο δεν άρεσε αυτή η πολυδιαφημισμένη Νέα Υόρκη, αλλά μια τόσο θορυβώδης και πολυπληθής πόλη δεν είναι για μένα... ένιωθα σαν να πνίγομαι εκεί... Δεν μπορούσαμε, βασικά, ούτε να πάμε στην άκρη και να σκεφτούμε με την ησυχία μας - παντού υπήρχαν άνθρωποι! Με χίλια ζόρια βρήκαμε το γραφείο της εταιρείας T-Mobile και αγοράσαμε εκεί μια κάρτα SIM, μετά σε ένα κανονικό μαγαζί αγοράσαμε μια τηλεφωνική κάρτα για διεθνείς κλήσεις και τηλεφωνήσαμε στο σπίτι. Αφού καθησυχάσαμε τους δικούς μας ότι είμαστε ζωντανές και καλά, αρχίσαμε να ψάχνουμε καταφύγιο για τη νύχτα, αλλά επειδή τα ξενοδοχεία στη Νέα Υόρκη, και μάλιστα στο κέντρο του Μανχάταν, είναι απίστευτα ακριβά, απλώς περιπλανιόμασταν στους δρόμους περιμένοντας κάποιο θαύμα... και το θαύμα συνέβη! Αν και είμαι από τη φύση μου τρομερά απρόσεκτο άτομο, πρόσεξα τελικά τη μικρή επιγραφή «Hotel» σε ένα, ε, πολύ τρομερό κτίριο... Δεν είχαμε ιδιαίτερη επιλογή - οπότε αποφασίσαμε με δική μας ευθύνη να μπούμε σε αυτό το ξενοδοχείο και να ρωτήσουμε πόσο θα κόστιζε να μείνουμε για μία νύχτα. Μας άνοιξε ένας ύποπτος Αφροαμερικανός, αν και για μένα στην αρχή όλοι οι άνθρωποι εκεί ήταν ύποπτοι) Το να μείνουμε εκεί για μία νύχτα κόστιζε 60 δολάρια για δύο άτομα, κάτι που μας χαροποίησε πολύ και συμφωνήσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Αν και μπαίνοντας στο δωμάτιο και βλέποντας τα «πολυτελή διαμερίσματά» μας, αναρωτιόμουν για πολλή ώρα για ποιο λόγο μας πήραν ακόμα και αυτά τα 60 δολάρια, καθώς το δωμάτιο ήταν, για να το θέσω κομψά, τρομερό... για το μπάνιο καλύτερα να μην πω τίποτα) Αφήνοντας τις τσάντες, αποφασίσαμε να πάμε να αγοράσουμε κάτι να φάμε και να κάνουμε μια βόλτα, χωρίς πια τον πονοκέφαλο για το πού θα κοιμηθούμε. Αγοράσαμε κάτι ακαταλαβίστικα χάμπουργκερ με σαλάμι, από τα οποία παραλίγο να κάνουμε εμετό... και πώς τρώνε τέτοια πράγματα;! Επίσης, στην Ασέλ ήρθε η ιδέα να αγοράσει φράουλες, οι οποίες στην όψη έμοιαζαν με ομοίωμα, και στη γεύση δεν ήταν καλύτερες. Δεν κάναμε μεγάλη βόλτα, γιατί φοβόμασταν ότι μπορεί απλά να χαθούμε εκεί, και ήταν ήδη αρκετά αργά. Έτσι αποφασίσαμε να μην ρισκάρουμε και ξεκινήσαμε για το υπέροχο ξενοδοχείο μας)





